16 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ - ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ

Τρεφόμαστε σωστά. Αλλά γνωρίζουμε τι πραγματικά χρειάζεται ο οργανισμός μας;

Η διατροφή αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες που επηρεάζουν την υγεία, την ευεξία και την ποιότητα της ζωής μας. Οι καθημερινές διατροφικές μας επιλογές συνδέονται άμεσα με τη λειτουργία του οργανισμού, την παραγωγή ενέργειας, την ανάπτυξη και την πρόληψη πολλών χρόνιων νοσημάτων.

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Διατροφής, αξίζει να αναρωτηθούμε: Αρκεί να ακολουθούμε μια ισορροπημένη διατροφή ή χρειάζεται να γνωρίζουμε και πώς ανταποκρίνεται ο οργανισμός μας σε αυτήν;

Η απάντηση βρίσκεται στον συνδυασμό της σωστής διατροφής, της εξατομικευμένης ιατρικής παρακολούθησης και, όπου ενδείκνυται, της εργαστηριακής διάγνωσης.

Η διατροφή δεν επηρεάζει μόνο το βάρος μας

Όταν μιλάμε για σωστή διατροφή, το μυαλό μας συχνά πηγαίνει στη διαχείριση του σωματικού βάρους. Ωστόσο, η επίδρασή της είναι πολύ πιο ουσιαστική.

Οι πρωτεΐνες, οι υδατάνθρακες, τα λιπαρά, οι βιταμίνες και τα ιχνοστοιχεία συμμετέχουν σε εκατοντάδες βιοχημικές διεργασίες που πραγματοποιούνται καθημερινά στον οργανισμό μας.

Μια ισορροπημένη διατροφή συμβάλλει:

- Στη φυσιολογική λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος.

- Στη διατήρηση της μυϊκής και οστικής υγείας.

- Στη ρύθμιση του μεταβολισμού και των επιπέδων γλυκόζης.

- Στη φυσιολογική λειτουργία του καρδιαγγειακού συστήματος.

- Στην παραγωγή ενέργειας και τη φυσιολογική λειτουργία του νευρικού συστήματος.

- Στην πρόληψη διατροφικών ελλείψεων.

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, η υγιεινή διατροφή αποτελεί βασικό παράγοντα πρόληψης μη μεταδιδόμενων νοσημάτων, όπως ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2 και τα καρδιαγγειακά νοσήματα.

Ωστόσο, οι ανάγκες του κάθε οργανισμού διαφοροποιούνται ανάλογα με την ηλικία, το φύλο, τη φυσική δραστηριότητα, την κατάσταση της υγείας, τη λήψη φαρμάκων και τις ιδιαίτερες διατροφικές συνήθειες.

Μπορούμε να έχουμε διατροφικές ελλείψεις χωρίς να το γνωρίζουμε;

Η απάντηση είναι ναι.

Ακόμη και άτομα που ακολουθούν μια φαινομενικά ισορροπημένη διατροφή μπορεί να εμφανίζουν ελλείψεις συγκεκριμένων θρεπτικών συστατικών.

Αυτό μπορεί να σχετίζεται με ανεπαρκή πρόσληψη, αυξημένες ανάγκες, μειωμένη απορρόφηση ή υποκείμενα προβλήματα υγείας.

Για παράδειγμα, η έλλειψη σιδήρου μπορεί να εμφανιστεί σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας λόγω αυξημένων απωλειών αίματος, ενώ άτομα που ακολουθούν αποκλειστικά φυτική διατροφή χρειάζεται να δίνουν ιδιαίτερη προσοχή στην επαρκή πρόσληψη βιταμίνης Β12.

Αντίστοιχα, διαταραχές του πεπτικού συστήματος μπορούν να επηρεάσουν την απορρόφηση ορισμένων βιταμινών και μετάλλων.

Τα συμπτώματα δεν είναι πάντα χαρακτηριστικά. Κόπωση, αδυναμία, μειωμένη συγκέντρωση ή τριχόπτωση μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να σχετίζονται με διατροφικές ελλείψεις, χωρίς όμως να αποτελούν από μόνα τους ένδειξη κάποιας συγκεκριμένης ανεπάρκειας.

Η εργαστηριακή διερεύνηση, όταν υπάρχει σχετική ένδειξη, μπορεί να συμβάλει στον εντοπισμό αυτών των διαταραχών, ακόμη και πριν εμφανιστούν έντονα συμπτώματα.

Ποιες εργαστηριακές εξετάσεις συνδέονται με τη διατροφή;

Οι εργαστηριακές εξετάσεις προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες για διαφορετικές πτυχές της θρεπτικής και μεταβολικής κατάστασης του οργανισμού.

1. Σίδηρος και φερριτίνη – Τα αποθέματα σιδήρου στον οργανισμό

Ο σίδηρος είναι απαραίτητος για τη σύνθεση της αιμοσφαιρίνης, της πρωτεΐνης που μεταφέρει το οξυγόνο στους ιστούς.

Η ανεπαρκής πρόσληψη ή απορρόφησή του, αλλά και η αυξημένη απώλεια αίματος, μπορεί να οδηγήσουν σε έλλειψη σιδήρου και, σε πιο προχωρημένο στάδιο, σε σιδηροπενική αναιμία.

Η φερριτίνη αποτελεί σημαντικό δείκτη των αποθεμάτων σιδήρου, ενώ η αξιολόγησή της σε συνδυασμό με τη γενική αίματος και άλλες παραμέτρους μπορεί να βοηθήσει στη διερεύνηση πιθανής σιδηροπενίας.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η φερριτίνη επηρεάζεται και από φλεγμονώδεις καταστάσεις. Επομένως, η ερμηνεία της δεν πρέπει να γίνεται απομονωμένα.

2. Βιταμίνη Β12 και φυλλικό οξύ – Απαραίτητα για τα κύτταρά μας

Η βιταμίνη Β12 και το φυλλικό οξύ συμμετέχουν στη σύνθεση του DNA και στη φυσιολογική παραγωγή των κυττάρων του αίματος.

Η ανεπάρκειά τους μπορεί να οδηγήσει σε μεγαλοβλαστική αναιμία, ενώ η έλλειψη βιταμίνης Β12 μπορεί επιπλέον να προκαλέσει νευρολογικά συμπτώματα.

Η βιταμίνη Β12 βρίσκεται κυρίως σε τρόφιμα ζωικής προέλευσης. Για τον λόγο αυτό, άτομα που ακολουθούν αυστηρά χορτοφαγική ή vegan διατροφή χρειάζονται αξιόπιστη πηγή Β12, συνήθως μέσω κατάλληλων εμπλουτισμένων τροφίμων ή συμπληρωμάτων.

Η εργαστηριακή αξιολόγηση μπορεί να είναι ιδιαίτερα χρήσιμη σε άτομα με παράγοντες κινδύνου ανεπάρκειας ή συμβατά συμπτώματα.

3. Βιταμίνη D – Περισσότερο από μια βιταμίνη

Η βιταμίνη D συμβάλλει στην απορρόφηση του ασβεστίου και του φωσφόρου και είναι απαραίτητη για τη διατήρηση της υγείας των οστών.

Παρότι παράγεται κυρίως στο δέρμα μέσω της έκθεσης στην ηλιακή ακτινοβολία, η διατροφική πρόσληψη και άλλοι ατομικοί παράγοντες επηρεάζουν την κατάστασή της στον οργανισμό.

Η μέτρηση της 25-υδροξυβιταμίνης D [25(OH)D] χρησιμοποιείται για την εκτίμηση των επιπέδων της, όταν υπάρχει σχετική κλινική ένδειξη.

Δεν απαιτείται, ωστόσο, προληπτική μέτρηση βιταμίνης D σε κάθε υγιές άτομο.

4. Γλυκόζη και γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη – Πώς διαχειρίζεται ο οργανισμός μας τα σάκχαρα;

Οι υδατάνθρακες αποτελούν βασική πηγή ενέργειας. Κατά την πέψη τους διασπώνται σε απλούστερα σάκχαρα, τα οποία απορροφώνται και χρησιμοποιούνται από τα κύτταρα.

Η διατήρηση φυσιολογικών επιπέδων γλυκόζης στο αίμα εξαρτάται από σύνθετους μηχανισμούς ορμονικής ρύθμισης, με σημαντικότερο τον ρόλο της ινσουλίνης.

Η μέτρηση της γλυκόζης παρέχει πληροφορίες για τα επίπεδα σακχάρου τη δεδομένη στιγμή, ενώ η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη (HbA1c) αντανακλά κατά προσέγγιση τη μέση γλυκαιμία των τελευταίων 2–3 μηνών.

Οι εξετάσεις αυτές χρησιμοποιούνται, ανάλογα με τις ενδείξεις, για τον έλεγχο και την παρακολούθηση διαταραχών του μεταβολισμού της γλυκόζης, όπως ο προδιαβήτης και ο σακχαρώδης διαβήτης.

5. Λιπιδαιμικό προφίλ – Η σχέση διατροφής και καρδιαγγειακής υγείας

Τα λιπίδια είναι απαραίτητα για τη λειτουργία του οργανισμού. Συμμετέχουν στη δομή των κυτταρικών μεμβρανών, στην παραγωγή ορμονών και στην αποθήκευση ενέργειας.

Ωστόσο, αυξημένες συγκεντρώσεις ορισμένων λιποπρωτεϊνών σχετίζονται με την ανάπτυξη αθηροσκλήρωσης και τον καρδιαγγειακό κίνδυνο.

Το λιπιδαιμικό προφίλ περιλαμβάνει συνήθως:

- Ολική χοληστερόλη

- HDL χοληστερόλη

- LDL χοληστερόλη

- Τριγλυκερίδια

Η διατροφή επηρεάζει σημαντικά ορισμένες από αυτές τις παραμέτρους. Για παράδειγμα, η αυξημένη κατανάλωση κορεσμένων λιπαρών μπορεί να αυξήσει την LDL χοληστερόλη, ενώ η υπερβολική πρόσληψη ενέργειας και αλκοόλ μπορεί να συμβάλει σε αυξημένα τριγλυκερίδια.

Παράλληλα, σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν η κληρονομικότητα, η φυσική δραστηριότητα και άλλοι μεταβολικοί παράγοντες.

Μπορούν οι εξετάσεις να δείξουν αν τρεφόμαστε σωστά;

Εδώ χρειάζεται μια σημαντική διευκρίνιση.

Δεν υπάρχει μία εργαστηριακή εξέταση που να μπορεί να αξιολογήσει συνολικά την ποιότητα της διατροφής μας.

Ένα φυσιολογικό αποτέλεσμα δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ακολουθούμε μια ιδανική διατροφή. Αντίστοιχα, μια παθολογική τιμή δεν οφείλεται πάντοτε σε διατροφικά αίτια.

Για παράδειγμα, η αυξημένη χοληστερόλη μπορεί να σχετίζεται με γενετικούς παράγοντες, ενώ μια χαμηλή τιμή αιμοσφαιρίνης μπορεί να οφείλεται σε διαφορετικές αιτίες πέρα από την έλλειψη σιδήρου.

Η ουσιαστική αξιολόγηση προκύπτει από τον συνδυασμό:

- Του ατομικού και οικογενειακού ιστορικού.

- Των διατροφικών συνηθειών.

- Της κλινικής εικόνας.

- Των ανθρωπομετρικών δεδομένων.

- Των κατάλληλων εργαστηριακών εξετάσεων, όταν αυτές ενδείκνυνται.

Με αυτόν τον τρόπο, ο εργαστηριακός έλεγχος μπορεί να αποτελέσει χρήσιμο εργαλείο στην εξατομικευμένη φροντίδα της υγείας.

Η σωστή διατροφή δεν είναι ίδια για όλους

Οι διατροφικές ανάγκες μεταβάλλονται σε διαφορετικές περιόδους της ζωής μας.

Ένα παιδί που αναπτύσσεται, μια έγκυος γυναίκα, ένας αθλητής και ένας ηλικιωμένος άνθρωπος δεν έχουν απαραίτητα τις ίδιες ανάγκες σε ενέργεια, πρωτεΐνες, βιταμίνες και ιχνοστοιχεία.

Αντίστοιχα, άτομα με χρόνια νοσήματα, γαστρεντερικές διαταραχές ή ιδιαίτερους διατροφικούς περιορισμούς μπορεί να χρειάζονται πιο εξατομικευμένη παρακολούθηση.

Η συνεργασία μεταξύ θεράποντος ιατρού, διαιτολόγου-διατροφολόγου και διαγνωστικού εργαστηρίου μπορεί να συμβάλει στην αναγνώριση πιθανών διατροφικών διαταραχών και στην αποτελεσματικότερη παρακολούθησή τους.

Ο στόχος δεν είναι να πραγματοποιούμε όσο το δυνατόν περισσότερες εξετάσεις, αλλά να επιλέγουμε εκείνες που έχουν πραγματική αξία για τις ανάγκες του κάθε ανθρώπου.

Από τη γνώση στην πρόληψη

Η Παγκόσμια Ημέρα Διατροφής αποτελεί μια υπενθύμιση ότι η φροντίδα της υγείας μας ξεκινά από τις καθημερινές μας συνήθειες.

Η ποικιλία τροφίμων, η επαρκής κατανάλωση φρούτων και λαχανικών, η προτίμηση σε τρόφιμα ολικής άλεσης, ο περιορισμός της υπερβολικής πρόσληψης αλατιού, ζάχαρης και κορεσμένων λιπαρών και η τακτική σωματική δραστηριότητα αποτελούν σημαντικά βήματα προς έναν υγιεινότερο τρόπο ζωής.

Παράλληλα, η επιστημονικά τεκμηριωμένη εργαστηριακή διάγνωση μπορεί, όπου χρειάζεται, να προσφέρει πληροφορίες για τη λειτουργία του οργανισμού και να βοηθήσει στην έγκαιρη αναγνώριση μεταβολικών διαταραχών ή διατροφικών ελλείψεων.

Γιατί η σωστή διατροφή δεν είναι μόνο αυτό που επιλέγουμε να βάλουμε στο πιάτο μας. Είναι και η κατανόηση των ιδιαίτερων αναγκών του οργανισμού μας.

Η γνώση του οργανισμού μας είναι ένα σημαντικό βήμα για να τον φροντίζουμε καλύτερα.

Το άρθρο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν υποκαθιστά την εξατομικευμένη ιατρική ή διατροφική συμβουλή.